
Ποτέ δεν είχα καλή σχέση με τα ψώνια. Αν εξαιρέσεις τα βιβλιοπωλεία και τα μαγαζιά που πουλάνε αντικείμενα με κάποια εικαστική αξία (πίνακες ζωγραφικής, κάρτες, χαρτικά, παπούτσια), το καλύτερο σημείο ενός μαγαζιού για μένα είναι η βιτρίνα, και ιδιαίτερα τα βράδια, που είναι φωτισμένη και το μαγαζί κλειστό. Ειδικά όταν πρόκειται για ρούχα, βαριέμαι αφάνταστα το όλο σκηνικό με το μπες, βγες, δοκίμασε, είναι λάθος το νούμερο/το χρώμα/το κόψιμο, φέρε ένα άλλο, ωχ δεν το έχουν στο νούμερο/χρώμα/κόψιμο που θέλεις, άντε ξαναντύσου και πάλι από την αρχή. Ακόμα κι όταν βρω αυτό ακριβώς που θέλω, με κουράζει η κίνηση, η βαβούρα και το ταξίδι της επιστροφής στο τέλος της μέρας που είναι αρκετό για να με κάνει να ορκιστώ να μην ξανακατέβω στο κέντρο.
Όταν έμενα στην Αθήνα ψώνιζα σχεδόν αποκλειστικά από ένα μαγαζί κοντά στο σπίτι μου, όπου η πωλήτρια ήξερε ακριβώς τι μου άρεσε και τι μου πήγαινε. Της έλεγα τι έψαχνα, μου έδειχνε 5 κομμάτια, μου άρεσαν τα τρία, αγόραζα ένα και ξεμπέρδευα. Στα μεγαλύτερα καταστήματα, εκεί που οι πωλήτριες σε κυνηγάνε από πίσω και *κάνουν* ότι ενδιαφέρονται για το τι θα πάρεις (αααα, κι αυτό σας πάει πάρα πολύ - τι λες μωρή κότα, στραβή είσαι ή πας να πουλήσεις ό,τι κι ό,τι) δεν πατούσα που να με πλήρωναν. Έτσι είχα βρει τη λύση στο θέμα της απόκτησης ενδυμάτων και το μόνο μελανό σημείο ήταν ότι επί χρόνια φορούσα παντελόνια που έφταναν το πολύ μέχρι λίγο πιο κάτω από τον αστράγαλο, αλλά εντάξει, τότε φορούσα πολύ τζην (τα οποία ήταν πάντα 10 πόντους μακρύτερα απ' ό,τι έπρεπε), οπότε βολευόμουνα.
Όταν ήρθα στην Αγγλία, ανακάλυψα ένα άλλο είδος μαγαζιού. Τα πολυκαταστήματα-αλυσίδες με τους πέντε ορόφους και τις 100 πωλήτριες, καμία από τις οποίες δεν ενδιαφέρεται για το τι και αν θα αγοράσεις. Επίσης ανακάλυψα ότι τα μαγαζιά αυτά πουλάνε ρούχα σε ΟΛΑ τα νούμερα (όχι μόνο Small-Medium-Large) και με διαφορετικά μήκη στις φούστες και τα παντελόνια (ολέ!). Για πρώτη φορά μπορούσα να πάω σε μαγαζί και να χαζέψω με την ησυχία μου, και όχι μόνο αυτό, αλλά μπορούσα να πάρω παντελόνι στο μήκος ακριβώς που ήθελα, χωρίς να χρειάζεται να το μαζέψω, ούτε να φοράω αποκλειστικά παπούτσια με χαμηλό τακούνι για να μην φαίνονται άσχημα τα κοντούλικα πατζάκια. Το μόνο μειονέκτημα είναι ότι τις ώρες που μπορώ να ψωνίσω γίνεται πατείς με πατώ σε από κόσμο. Ειδικά αν παω στο κέντρο, που μαζί με τους ντόπιους έχει και ένα σωρό τουρίστες που μπαίνουν για να χαζέψουν (Κώστα κοίτα, αυτά δεν τα έχουν στην Αθήνα), ενώ εγώ θέλω να μπω, να διαλέξω, να πληρώσω και να φύγω. Να δοκιμάσω δεν χρειάζεται (ολέ ολέ!) γιατί μπορώ κάλλιστα να τα δοκιμάσω στο σπίτι, και αν δεν μου κάνουν να τα πάω πίσω στο υποκατάστημα της περιοχής μου και να τα αλλάξω. Μεγάλο βόλεμα.
Το μειονέκτημα όμως παραμένει ότι τα μεγάλα μαγαζιά είναι στο κέντρο, και όπως το Λονδίνο είναι απλωμένο σαν ζυμάρι που το 'χουν ανοίξει με πλάστη, για να πάω στο κέντρο ένα Σάββατο πρωί θέλω στο νερό 45 λεπτά και δύο συγκοινωνίες, κι ένας Θεός ξέρει πόσο για να γυρίσω. Κι όταν βρέχει όπως βρέχει όλο το καλοκαίρι φέτος, δυσκολεύομαι να πάρω την απόφαση να χαλάσω όλη μέρα στα μαγαζιά, και να γυρίσω πίσω με τα νεύρα τσαντάλια και τις τσέπες άδειες.
Ευτυχώς που υπάρχει το διαδίκτυο και σώζεται η κατάσταση. Θέλει βέβαια λίγη οργάνωση (δεν μπορείς να ψωνίσεις σήμερα για ένα ρούχο που το θες αύριο) αλλά κατά τ' άλλα είναι εξαιρετικά βολικό να έρχονται τα προϊόντα σε σένα αντί να πηγαίνεις εσύ σ' αυτά. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μπορείς να κάνεις τα ψώνια σου όποτε έχεις όρεξη, νύχτα-μέρα.
Αυτός είναι και ο λόγος που δεν χρειάζεται να βγω έξω αυτό το μίζερο, μουντό και μουσκεμένο σαββατοκύριακο. Την περασμένη Τρίτη, έχοντας προβλέψει ότι είναι πολύ απίθανο να ξυπνήσω Σάββατο ή Κυριακή πρωί με όρεξη για βόλτα στα μαγαζιά, έκανα μια διαδικτυακή παραγγελία και κανόνισα παράδοση για Σάββατο. Έτσι στις 8 παρά 5 χθες το πρωί (στον ύπνο τους μας έβλεπαν;) έφτασαν στο σπίτι δύο πακετάκια με τα ρούχα μου: δύο παντελόνια, δύο μακώ μπλουζάκια, ένα σορτς και ένα μαγιώ, κι εγώ δεν χρειάστηκε ούτε καν να κατέβω στην είσοδο για να τα παραλάβω. Το κυριότερο; Πέτυχα τα μεγέθη, τα σχέδια *και* τα χρώματα, και δεν χρειάζεται να πάω τίποτα πίσω. Μου έκαναν γάντι όλα, ως και τα παντελόνια :-)
Πώς τα βγάζαμε πέρα πριν το διαδίκτυο, μου λέτε;