Στο Παρίσι συναντηθήκαμε με έναν φίλο που μένει εκεί και πήγαμε για φαγητό και ποτάκι στο Saint Germain Des Prés, μια περιοχή που φημίζεται για τα καφέ, τα μπαρ και τη νυχτερινή ζωή της. Ήπιαμε κάτι καταπληκτικά κοκτέιλ (ντακίρι φράουλα και μοχίτο φράουλα) και κάναμε κέφι - εκεί καταλάβαμε ότι είμαστε διακοπές. Να σημειώσω ότι το μοχίτο φράουλα το πληρώσαμε 12€, όσο το είχα πληρώσει στου Ψυρρή προ τριετίας, με τη διαφορά ότι το μοχίτο στου Ψυρρή 1. δεν είχε φράουλες, και 2. δεν πινόταν *με τίποτα*. Και ήταν και μουρτζούφλης ο σερβιτόρος, ενώ η κοπέλα που μας σέρβιρε στο Παρίσι ήταν ευγενέστατη και ούτε καν της αφήσαμε πουρμπουάρ (δεν συνηθίζεται, μιας που το σέρβις περιλαμβάνεται στο λογαριασμό).
Την επόμενη μέρα το πρωί κάναμε μια βόλτα στην περιοχή γύρω από το ξενοδοχείο και είδαμε πολλά κλειστά μαγαζιά και άδεια καφενεδάκια (ο Αύγουστος είναι ο κατεξοχήν μήνας διακοπών για τους Παριζιάνους), αρκετούς τουρίστες, έναν νεαρό που περπατούσε με τη μύτη χωμένη στο (αγγλικό) Harry Potter and the Deathly Hallows, και μια κομψότατη κυρία που είχε βγάλει τα σκυλάκια της βόλτα. Τον νεαρό δεν πρόλαβα να τον φωτογραφήσω (για άνθρωπος που διάβαζε περπατώντας οφείλω να ομολογήσω ότι πήγαινε πολύ γρήγορα) αλλά την κυρία την πέτυχα. Όχι τίποτα άλλο, αλλά να δείτε ότι δεν είναι όλες οι Παριζιάνες στυλάτες ;-)


Στις 11 η ώρα ακριβώς αναχωρήσαμε από τον εντυπωσιακότατο Gare de Lyon με διώροφο τρένο TGV (ταχεία) για την Λυών. Ταξιδέψαμε πρώτη θέση, στον δεύτερο όροφο, πολύ χλιδάτα και με απίθανη θέα από το παράθυρο σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής.


Σε λιγότερο από 2 ώρες ήμασταν στην Λυών, τρίτη μεγαλύτερη πόλη (μετά τη Μασσαλία) και πρώην πρωτεύουσα της Γαλλίας. Η Λυών μας άρεσε πάρα πολύ και μας θύμισε αρκετά το Παρίσι, μόνο που έχει όχι ένα, αλλά δύο ποτάμια, τον Ροδανό και τον Σον. Ο Ροδανός είναι χρώμα βεραμάν. Απίστευτο χρώμα, και κρίμα που δεν φαίνεται τόσο καλά στην φωτογραφία. Χαρακτηριστικά μνημεία της Λυών είναι μια ραδιοφωνική κεραία που φέρνει αρκετά στον Πύργο του Άιφελ, ο ναός Νοτρ Νταμ ντε Φουρβιέρ στον λόφο πάνω από την παλιά πόλη, δύο ρωμαϊκά θέατρα (που το καλοκαίρι χρησιμοποιούνται ως συναυλικοί χώροι) και ο ουρανοξύστης της Crédit Lyonnais, ύψους 165 μέτρων, που ξεχωρίζει από μακριά.




Περπατήσαμε στην άκρη στο ποτάμι, ξαπλώσαμε στα παγκάκια-ξαπλώστρες για να ξεκουραστούμε και να μαζέψουμε δυνάμεις (κάναμε πάνω από μια ώρα να βρούμε ανοιχτό εστιατόριο, γιατί στις 2 μμ τα περισσότερα μαγαζιά ή κλείνουν ή σταματάνε να σερβίρουν φαγητό), φάγαμε τελικά σε ένα καφεστιατόριο όπου μας τσίμπησαν ελαφρά τον πωπό (25€ για μια μακαρονάδα, επιδόρπιο και αναψυκτικό) αλλά το φαγητό ήταν πραγματικά πολύ καλό (ειδικά τα προφιτερόλ με γέμιση παγωτό βανίλια περιχυμένα με ζεστή σως σοκολάτας - πω πω τι θυμήθηκα τώρα!!!).

Στη συνέχεια κάναμε μια περιήγηση με ανοιχτό τουριστικό λεωφορείο (κανονική τιμή 17€, αλλά πληρώσαμε "μόνο" 10€ γιατί ήταν το τελευταίο δρομολόγιο της μέρας). Ο οδηγός έτρεχε σαν δαιμονισμένος, μάλλον για να σχολάσει μια ώρα αρχύτερα, αλλά είδαμε όλα τα αξιοθέατα της πόλης και σπίτια με τις χαρακτηριστικές Λυωνέζικες τοιχογραφίες. Το ότι καταφέραμε να τα φωτογραφίσουμε οφείλεται στο συνδιασμό ταχύτατων αντανακλαστικών με το image stabilising της Canon.
Μετά πήγαμε βόλτα στην ατμοσφαιρικότατη παλιά πόλη που θυμίζει αρκετά την Πλάκα στο πιο γοτθικό της, και επισκεφτήκαμε τη Νοτρ Νταμ και τα ρωμαϊκά θέατρα με τελεφερίκ. Σημειωτέον ότι το τελεφερίκ δεν είναι μόνο για τουρίστες, είναι μέρος των συγκοινωνιών της πόλης και κάνει ενδιάμεσες στάσεις. Σαν τρόλεϋ που ταξιδεύει ανηφορικά ένα πράγμα. Εντελώς άλλη φάση.



Γενικά η Λυών αξίζει πολύ και σίγουρα θα προσπαθήσω να ξαναπάω κάποια στιγμή, αν μη τι άλλο για δω αν έχει νυχτερινή ζωή, αφού το βράδυ εκείνο ήμασταν τόσο λιώμα από την κούραση που γυρίσαμε στο ξενοδοχείο με ταξί, παραγγείλαμε φαγητό στο δωμάτιο και το απολαύσαμε βλέποντας το γαλλικό Survivor μέχρι να μας πάρει ο ύπνος κατά τις 11 μ.μ. (τόσο χάλια)!
Επόμενη στάση: Γενεύη.






