Στάση πρώτη: Duty Free. Θα έχετε ίσως ακούσει για τις τρελές τιμές των αλκοολούχων ποτών στη Νορβηγία. Η λύση είναι απλή: μετά τον έλεγχο διαβατηρίων και ενώ περιμένεις τις βαλίτσες σου, πετάγεσαι στο Duty Free για προμήθειες. Στο Λονδίνο, το Duty Free στις αφίξεις έχει μόνο ποτά, αρώματα και είδη δώρων. Στο Όσλο πουλάνε κάθε είδος αλκοόλ, τσιγάρα, καλλυντικά, σοκολάτες, καραμέλες, τσίχλες και γενικώς ό,τι βρίσκεις σ' ένα σούπερ-μάρκετ. Έτσι προμηθευτήκαμε είδη πρώτης ανάγκης (μπύρες Carlsberg και σοκολάτες) πριν καν βγούμε από το αεροδρόμιο.
Θα γίνεται και αλλού, πάντως εγώ μόνο στο Όσλο έχω δει να πουλάνε μπύρες στο Duty Free...

Παρότι προσγειωθήκαμε λίγο πριν τις 9 το βράδυ, το Όσλο μας υποδέχτηκε με λιακάδα που θύμιζε μεσογειακό απόγευμα. Ας είναι καλά οι μεγάλες καλοκαιρινές μέρες της Σκανδιναβίας. Οι φωτογραφίες που ακολουθούν είναι τραβηγμένες κατά τις 10:15 μ.μ. και να σκεφτείτε ότι ήταν μόλις τέλη Μαΐου. Θα ήθελα πολύ να ξαναπάω ένα μήνα αργότερα, τότε που η μέρα κρατάει ακόμα περισσότερο. Γουστάρω πολύ να είναι μεσάνυχτα και να βλέπω ταυτόχρονα φεγγάρι και γαλάζιο ουρανό. Ίσως το κάνω του χρόνου.


Εκείνο το βράδυ συναντήσαμε το Νορβηγό που γνώρισα στο ίντερνετ και πήγαμε για φαγητό σε ένα πολύ όμορφο εστιατόριο στο Aker Brygge. Αυτή είναι μια περιοχή δίπλα στη θάλασσα που παλιά στέγαζε ναυπηγεία και αποθήκες, αλλά τώρα έχει μεταμορφωθεί σε κέντρο νυχτερινής (και όχι μόνο) διασκέδασης, με μπαρ, εστιατόρια, καφέ, μαγαζιά και πλατείες. Το εστιατόριο ήταν πολύ συμπαθητικό, με ναυτικό θέμα στη διακόσμηση, και πάνω ακριβώς στην προκυμαία. Ο καιρός δεν ήταν για τραπεζάκια έξω, όμως μας έδωσαν τραπέζι δίπλα στο παράθυρο, έτσι αγναντεύαμε το κάστρο απέναντι, τα ιστιοφόρα στο λιμάνι, και τον κόσμο που έκανε βόλτες μέχρι αργά το βράδυ.


Με προτροπή του Erik (Νορβηγός είναι, κάτι παραπάνω θα ξέρει) έφαγα θαλασσινά, που είναι η σπεσιαλιτέ του μαγαζιού. Παραγγείλαμε δύο μερίδες και στο τραπέζι ήρθε αυτό, συν μια γαβάθα με μύδια:

Πάνω σε δυο μικρά βουνά από παγάκια, μας είχαν καβούρια, αστακούς, στρείδια, καραβίδες και πολλές γαρίδες, που είναι Νορβηγική σπεσιαλιτέ. Εγώ που σπάνια τρώω θαλασσινά (και τότε μόνο τα κλασικά καλαμαράκια, χταπόδια, άντε και καμιά σουπιά), δεν ήξερα από πού να αρχίσω και τι να πρωτοδοκιμάσω.

Τα ψαρικά άλλα ήταν ψημένα κι άλλα ωμά ή μαριναρισμένα. Τα ωμά τα άφησα στον Νορβηγό που είναι συνηθισμένος, τα μαριναρισμένα τα πάλεψα. Στα ψημένα δεν υπήρχε πρόβλημα. Πρέπει να ομολογήσω ότι ήταν όλα πολύ ωραία και φρεσκότατα. Όταν έφτασε ο λογαριασμός είδα ότι τα καλό κοστίζει κάτι παραπάνω - ή μπορεί οι τιμές αυτές να είναι φυσιολογικές για Νορβηγία, γιατί ο Erik, που κερνούσε, δεν φάνηκε να δυσανασχετεί. Εγώ στο μεταξύ έκανα στο μυαλό μου μια γρήγορη διαίρεση και κόντεψα να λιποθυμήσω. Τρία ορεκτικά, τρία κυρίως πιάτα, ένα μπουκάλι κρασί, 1 νερό, 1 κόκα-κόλα και δύο μικρές μπύρες, σύνολο 336 ευρώ. Πού να είχαμε παραγγείλει και επιδόρπια δηλαδή...
Φύγαμε από το εστιατόριο περασμένα μεσάνυχτα. Στην προκυμαία φωτογράφησα αυτή την πινακίδα, που νομίζω σημαίνει: "προσοχή - πειναλέοι γλάροι". Ο Erik μας είπε ότι όταν καλοκαιριάζει, ο κόσμος κάθεται στην προκυμαία και τρώει γαρίδες (όπως τρώμε εμείς σουβλάκι) και τότε έρχονται οι γλάροι και τους βουτάνε το φαγητό από τα χέρια.

Καθώς η ώρα ήταν περασμένη, πήραμε ταξί για να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο μας (γύρω στα 20 ευρώ για μια διαδρομή ούτε 5 λεπτών). Στο δωμάτιο μας περίμεναν παγωμένες μπύρες που είχαμε βάλει από πριν στο ψυγειάκι. Skål!





















